Οδοιπόρος στον Ου Τόπο

…και φύσηξε Ζωή στις λέξεις


Ενας
Επίλογος για ένα έργο που δε θέλει να ολοκληρωθεί



το αερικό


















Με όπλο σημαδεύω και στοχεύω
Στο Κέντρο του Κόσμου
Η φαρέτρα μου γεμάτη με βέλη πολλά

Λείες αιχμές έχω σμιλέψει
Με συνταγή μαγική τις έχω αλείψει
Εσένα το κέντρο του κόσμου στοχεύω
Με λέξεις σαΐτες σκέτη μέθη
Στα τρίσβαθα του νούσου τρυπώνω
Σε κυνήγι αρχέγονο με πειθώ
Χωρίς αίμα απαόρατη άπονη πληγή
Συνταγή μαγική ζωντανή οι λέξεις
Λάβα να σου θερμάνει την καρδιά
Αν παρελπίδα την παγώσουν
Ηχος τιμωρός τοίχος σιωπής
Γιά εμένα ωϊμέ τον σκοπευτή



Και Φύσηξε Ζωή στις Λέξεις.
Και ξέμεινε
από πνοή. Αυτό συμβαίνει τώρα σε μένα. Είναι η στιγμή που έχοντας μπροστά μου αυτή τη μικρή συλλογή από στοιχημένες λέξεις, ναι, είναι και κάποια λιγότερο στοιχημένα κείμενα ανάμεσά τους, προσπαθώ να αναλογιστώ το γιατί και το πώς.
Και δυσκολεύομαι. Από πού ναρχίσω.
Πάντως μικρή σημασία έχει η αναδρομή.
Το ενδιαφέρον είναι στον αναγνώστη γιατί οι ιδέες και ο λόγος σε κάποιον πρέπει να απευθυνθούν. Και όπως ένα έργο ζωγραφικής γεννά διαφορετικά συναισθήματα και διαφορετικές εντυπώσεις στον καθένα μας, έτσι θα ήθελα να συμβαίνει και με αυτούς τους στίχους. Να σημαίνουν κάτι διαφορετικό στον καθένα, αν είναι δυνατόν.
Κάτι διαφορετικό που πολύ θα
επιθυμούσα να γνωρίζω.
Αυτά τα κείμενα θέλω να είναι μαζί, μία συλλογή. Ζωντάνεψαν σε δύο χρονικές φάσεις.
Η πρώτη ήταν τον Γενάρη του 2013 και η δεύτερη δυό χρόνια μετά στο μακρύ, όπως μου φαινόταν τότε, καλοκαίρι του 2015.
Είναι και οι εικόνες που τις θεωρώ μέρος του όλου. Χωρίς αυτές αμφιβάλλω ότι θα είχα το κίνητρο ή την έφεση στο να
εξωτερικεύσω τον μέσα μου εαυτό. Με τη βοήθεια της εικόνας μπόρεσα να αποτυπώσω
την ιδέα στο χαρτί. Η εικόνα είναι πνοή. Και οι λέξεις την θέλουν, την αγαπούν και
χαίρονται να πορεύονται μαζί της.



Το γράψιμο ξεκινά χωρίς αρχικό σχεδιασμό.
Ορμώμενος από μιά λέξη ή μία φράση αλλά και από την εικόνα που έχω στο μυαλό.
Υστερα οι λέξεις ξεθαρρεύουν και αυτές, από μόνες, καλούν άλλες λέξεις μέσα από το νου που σταδιακά αποκαλύπτεται, βλέπει φως και το ακολουθεί.
Η
Κοινή Πορεία, επιβίωσε αυτούσιο κείμενο όπως αρχικά γράφτηκε και συνέχισε αργότερα σε μία κοινή πορεία με την εικόνα. Λες και δεν ήθελε να προδώσει την ιδέα που περικλείουν αυτοί οι στίχοι.
Τα υπόλοιπα όταν συνάντησαν την εικόνα άλλαξαν και τροπή. Προσαρμόστηκαν στο περιβάλλον τους.
Υφαίνω. Όλη η συλλογή είναι ένα υφαντό. Ομως το Υφαίνω που δεν είναι και πρώτο στη σειρά, είναι το αγαπημένο αφιερωμένο πρώτο που έγινε τον Γενάρη του Δύο μηδέν δεκατρία, στα εκατό χρόνια από τη γέννησή της. Το παιγνίδι με το πρώτο γράμμα του κάθε στίχου μου βγήκε τόσο εύκολα που και τώρα όταν το σκέπτομαι νομίζω ότι πρέπει να της άρεσε και γιαυτό είχα την βοήθειά της. Από μακρυά. Η δε εικόνα υπήρξε πολύ πριν, μιά αγαπημένη κυπριακή carte postale του Ιωάννη Π.Φώσκολου των αρχών του εικοστού αιώνα που προσωποποιούσε την Κύπρο και το όνειρό της. Ηταν μία σπουδαία Κύπρια του κόσμου. Και στα μάτια μου πιό όμορφη από την μορφή που τώρα την εικονογραφεί.
Προτίμησα να κρατήσω εκείνη για τον εαυτό μου.



Πολύ παρόμοια συναισθήματα αναβλύζουν μέσα από την Επίκληση.
Το χρώμα του χαλκού είναι το χρώμα της πατρίδας. Η προστάτιδα μάνα είναι η πατρίδα. Και κρατάει τον βλαστό της. Εικόνα ενός έργου του Κύπριου ζωγράφου Αδαμάντιου Διαμαντή (1900-1997).
Εμψυχώνει τους στίχους και οι στίχοι εμψυχώνουν εμένα. Και γιαυτό θέλω να τους διαβάζω και να τους ξαναδιαβάζω γιατί υπάρχει λόγος και μακάρι αυτός ο λόγος κάποτε να εκλείψει.

Αραγε ποιά θα ήταν η σκέψη του Φιλόκυπρου του βασιλιά, για τη σημερινή Κύπρο.
Η αναφορά μου σαυτόν και στην τότε εποχή στο
Φιλόκυπρος - Μία Προβολή στο Σήμερα, δεν έχει τη φιλοδοξία της ιστορικής πραγματείας.
Είναι μοναχά αποτέλεσμα συνειρμικής σκέψης και συναισθήματος στα όρια ίσως του ρομαντισμού, αλλά η Κύπριδα δεν θα ενοχληθεί, νομίζω, από την αφέλεια ενός ερωτευμένου.

Η Φιλαρμονική της Λεμεσού που στολίζει το εξώφυλλο της συλλογής είναι μία ακόμη carte postale του Ι.Π.Φώσκολου του 1909.
Δεν στολίζει απλώς τη συλλογή. Εικονογραφεί την όλη μου πράξη. Βάζω τον εαυτό μου στη θέση του μαέστρου. Με το μουστάκι και τη μαύρη ανάμεσα στις λευκές στολές. Διευθύνω όπως ο μαέστρος και φυσώ και γίνονται λέξεις που παίρνουν ζωή και αν πετύχουν να αγγίξουν κάποια κάποιου χορδή, τότε σημαίνει ότι και αυτή η φιλαρμονική των λέξεων δεν διαφέρει και πολύ από εκείνη των πνευστών.
Το φύσημα θα έχει πιάσει τόπο.
Είναι Φύσημαν Ζωής και με παραπέμπει στο σκηνικό που περιγράφει το πεζότερο από τα κείμενα αυτά που είναι το
Φύ ση μάν να (σελίδα και σελίδα ).
Μία παραβολική θρησκευτική αλήθεια. Και παιγνίδι με ένα γράμμα. Το «ν»· ένα τελικό «ν» στο φύσημα. Ένα κυπριακό «ν» χωρίς να επιβάλλεται από κανόνα γλώσσας. Υπάρχει διότι εξυπηρετεί το κείμενο, είναι στην καρδιά της λαλιάς μας, είναι εύηχο, παρεξηγημένο, έλκει την προσοχή πάνω του.


Παιγνίδι λόγου είναι και το Λόγος Φλόγα Φως.
Το δεύτερο μέρος του είναι το αρχικό κείμενο γραμμένο αντίστροφα.
Ο Λόγος αποζητά την εικόνα του.
Ομως στην περίπτωση τού
Και πάλι Ξένος συμβαίνει το αντίθετο. Η αγαπημένη αυτή ζωγραφιά του Ιάκωβου στολίζει -όχι μόνη- το σπίτι μου χρόνια τώρα. Και κάθε φορά που τη βλέπω νομίζω ότι κάτι θέλει να μου πεί. Ιδού το λέει τώρα.
Μόλις την έβαλα στο χαρτί μού βγήκε το παράπονο και τόγραψα. Η ζωγραφιά βρήκε τον λόγοτης. Στην ώρα της.
Μετά από τόσο χρόνο.
Αλήθεια,τί σου είναι ο Χρόνος... Φίλος ή Εχθρός; Και απαντώ αβίαστα: εξαρτάται από την ψυχοσύνθεση και την οπτική του καθενός· ταυτόχρονα μπορεί να τον θεωρείς φίλο και εχθρό. Και μου φαίνεται ότι είχα πολύ κακή διάθεση απέναντί του όταν έγραψα το
[Δεν σου Χαρίζω Τίτλο]. Τίτλο στο κείμενο ή μήπως ευγενείας; Πάντως η φράση αυτή απευθύνεται στον γέρο-Χρόνο, όπως και ολόκληρο το κείμενο, ώ γέρο-
Χρόνε!

Η ιστορία
Τα Μάτια του Λαμπίρη έχει τις ρίζες της στη Βουδική μυθολογία αλλά εγώ τη γνώρισα σένα διήγημα του Κωστή Παλαμά.
Όταν την πρωτοδιάβασα μεντυπωσίασε σαν παραμύθι. Και την πήρα και πιστός στο πνεύμα της τής φόρεσα τα ρούχα κάπως αλλοιώς. Με λιγότερα στολίδια μιάς κι ο ήρωάς μας αυτά τα απαρνιέται.

Το γεγονός ότι εγώ γράφω αυτές τις λέξεις, ακόμη και το ότι εσύ τις διαβάζεις, μήπως άραγε μας κατατάσσει στην ομάδα εκείνη των ανθρώπων που
έχοντας λύσει όλα τα βασικά θέματα της
καθημερινότητας, θεωρούνται προνομιούχοι;
Πολύ θα το επιθυμούσα αυτό.
Η Πολυτέλεια του Προνομιούχου - δηλαδή κάνω αυτό που μαρέσει, ήταν ένα θέμα, θυμούμαι, που το σχολιάσαμε στην τάξη με σοβαρότητα αλλά και χιούμορ, μαθητές στα δεκαοκτώ, με τον αξέχαστο μας Δάσκαλο, τον Φρίξο Πετρίδη.
Πολλά και διάφορα μιλούσαμε μαζί του.
Ηταν ο άνθρωπος που ήξερε να σε κάνει ναγαπήσεις και ναποζητάς το μάθημα.
Νέα Ελληνικά, Αρχαία, Ιστορία, Πολιτική Αγωγή - τα μιλούσαμε, δεν μας τα επέβαλλε... Ίσως τώρα πιά αυτά να ακούγονται πολύ παρωχημένα, όμως πιστεύω μπορούν και διαπλάθουν χαρακτήρες και πέρα από τα χρόνια της παιδικής ηλικίας.



Μία άσκηση του μυαλού, αλλά ταυτόχρονα και μια αλήθεια, αναφορά ή θέση ή δόγμα ή άποψη είναι ενσωματωμένη στη σελίδα Ο Αλαλάσσων.
Ο αναγνώστης μου ελπίζω ότι θα μπορέσει να αποκαλύψει το σύντομο σχετικό κείμενο με μικρή προσπάθεια και να το συνδέσει με τα μεγάλα γράμματα της σελίδας αυτής. Θέλησα εδώ ναφήσω να αιωρηθεί μυστηριακό το περιεχόμενο. Μολύβι και χαρτί βοηθούν την αποκάλυψή του.

Ελάχιστα από αυτά τα κείμενα γράφτηκαν πρώτα στο χαρτί. Η συλλογή στο μεγαλύτερο μέρος της μεταγράφηκε από ιδέα κατευθείαν στην οθόνη και εικονογραφήθηκε και ολοκληρώθηκε μέσα σέναν ηλεκτρονικό υπολογιστή.
Και εγώ ανακάλυψα τις γραμματοσειρές, τον γραφικό χαρακτήρα αυτού του πολυπρόσωπου
μηχανήματος. Τώρα νοιώθω ότι ακόμη και η αρχική γραμματοσειρά που επιλέγω για ένα κείμενο μετουσιώνεται και αυτή σε ιδέα με την έννοια ότι ενισχύει το τελικό αποτέλεσμα. Γίνεται ένα με την εικόνα και το κείμενο. Αν αργότερα επέμβω και την αλλάξω, νομίζω ότι κάτι πλέον διαφοροποιείται στον ίδιο τον στίχο.

Μέσα στο πλήθος κυκλοφορώ μόνος
Ηδη από ώρα πολλή νοιώθω εξαίσια
Θερμή αύρα νομίζω με ακολουθεί
Αναζητώ να ξαποστάσω
Ενα νερό λίγη ανάπαυλα δροσιάς Και πάλι ξανανοιώθω
Και ναι τα βλέπω
Δυό μαύρα μάτια ατενίζουν προς εμένα
Κι αλλού στη διαδρομή τα έχω ξαναδεί
Ωρα πολλή περνά μόνος συνεχίζω
Στο βάθος λεωφορείου βρίσκω θέση
Μπροστά μου κενές άλλες θέσεις
Ακούραστα τα δυό μάτια βέλη σιωπής
Επιμένουν
Με ακολουθούν
Δεν μου γυρνούν την πλάτη
Δεν κάθονται σε άδεια θέση
Ολόγυρα άρρυθμη βουή και κίνηση πολλή
Ιερηχώ Εγώ!
Τοίχος απόρθητης σιωπής
Που όμως νομίζω θα ραγίσει
Μπρος στων ματιών την επίθεση σιωπής
Και νά! με χαμόγελο βαδίζει ο εαυτός
Και νά!
— Νικόλας τόνομά μου
Νομίζω ότι κάπου κάποτε
Ισως να έχουμε ξανασυναντηθεί
Ισως πρέπει να γνωριστούμε
Ισως και ο τοίχος πέσει
Μίλησέ μου!
Δώσε εσύ τον τίτλο ...
Κάνε την αρχή!


Τελικά, τα δυό μάτια εμίλησαν όπως τα μάτια ξέρουν να μιλούν. Γιαυτό κι εγώ τους χάρισα έναν ασυνήθιστο περίπατο. Από αυτούς που αρέσουν σε μένα.
Μιά
Περιήγηση σε ένα Πολύγωνο.
Είδα μέσα τους και μου φάνηκε ότι είδα λάμψη χαράς.
Το ίδιο ένοιωσαν και τα δικά μου μάτια.

N.



Camel (1979) > I Can See Your House From Here >> Ice

Υ/Γ

Και το ΥστερόΓραφο
Ακόμα ένας επίλογος, αυτή τη φορά γραμμένος σαν κατακλείδα δυό λεπτά πριν πέσει η αυλαία.
Ξαναδιαβάζοντας τις σελίδες αυτές τώρα που είναι όλα πια τα κείμενα, μαζί και εικόνες, παραταγμένα εδώ, άλλα σε στίχους και άλλα σε ευθύ λόγο, νοιώθω εντελώς διαφορετικά απέναντίτους.
Μου έρχεται μιά εικόνα στο μυαλό· είμαι απάνω σε άλογο, καλπάζει, καταλαγιάζει, ξεπεζεύω κιαπλώνω μακρύ δρεπάνι και θέλω να θερίζω λέξεις! Λες και είναι στάχυα· ώ ναί, αυτές τις λέξεις που έχω γράψει και που τώρα λέω πώς τις έγραψα και πως μενοχλούν.
Μενοχλούν γιατί μου βγήκαν με τρόπο που δεν ετόλμησα ποτέ να εξωτερικεύσω στον προφορικό μου λόγο· αλλά ούτε και στο νοητό μου κόσμο απασχόλησα ποτέ το μυαλό μου να σκεφθεί και να οργανώσει τέτοιο λόγο.
Αυτό που βλέπω εκ των υστέρων είναι τούτο: ότι μιά απόφαση χρειάζεται, μιά έκτακτη στιγμή στη ζωή επίσης (και αυτή την είχα και ακόμα δεν γνωρίζω πού και πώς θα με οδηγήσει) και βέβαια μια αφιέρωση του εγώ για να ολοκληρώσει την απόφαση.
Και έτσι τώρα βλέπω ένα υποσυνείδητο εαυτό που πάντα υπήρχε εκεί, να έχει βρει -ίσως προσωρινά- μιά διέξοδο στο φως· που πάντα υπάρχει, μέσα σαυτό και τις εναλλαγές του ζούμε, αλλά που μας τυφλώνει τόσο συχνά η λάμψη του.

Δεν μενδιαφέρει αν είναι όλα λογοτεχνικά άρτια· θέλω μόνο να ικανοποιώ σε κάθε σελίδα το δικόμου αισθητήριο περί αρτιότητας, κιάς εκπέμπει αυτήμου η θέση (άκρατο να τον πώ;) εγωϊσμό.
Και όσον αφορά τον ίδιο τον λόγο δεν έχω να προσθέσω κάτι. Είναι η εσώτερη ματιά μου αυτή και δεν σκοπώ να την κρίνω παρά μόνο να την αποτυπώσω έτσι όμορφα για να την έχω σε πρώτημου ζήτηση, αναγνώστης του εαυτού, σε κάθε στιγμή.
Κιάν διαβάζοντας νοιώσεις κιεσύ ότι κάτι δονεί και μιά δικιάσου χορδή, νομίζω ότι τότε θα έχει επέλθει η ολοκλήρωση και της δικής μου προσπάθειας. Αλλά αυτό δεν ξέρω αν θα το μάθω ποτέ.

N.









Ενας Επίλογος για ένα έργο που δε θέλει να ολοκληρωθεί