Οδοιπόρος στον Ου Τόπο

…και φύσηξε Ζωή στις λέξεις



  • Αναφορα-στον-κΔαμασκο-1
  • Αναφορα-στον-κΔαμασκο-2
  • Αναφορα-στον-κΔαμασκο-3
  • Αναφορα-στον-κΔαμασκο-4
  • Αναφορα-στον-κΔαμασκο-5
  • Αναφορα-στον-κΔαμασκο-6
  • Αναφορα-στον-κΔαμασκο-7
  • Μιά πρώτη
    Αναφορά στον κύριο Δαμάσκο

    Θέλω κλ][κ!…

    Τον κύριο Δαμάσκο τον είχα πρωτοειδεί πριν από πενήντα περίπου χρόνια.
    Τώρα εγώ κοντά στα εξήντα, εκείνος, παππούλης πια, έχει περάσει για τα καλά τα ογδόντα.
    Την ιστορία του την άκουσα χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον, παλιά, από τον πατέρα μου. Φαίνεται ότι από κάποιους κοινούς γνωστούς θα ενημερωνόταν κι εκείνος. Και μέχρι πρόσφατα, δεν ήξερα καν ότι ο άνθρωπος αυτός ακόμα ειναι στη ζωή.
    Στα νιάτα του ο Δαμάσκος ήταν θηριοδαμαστής.
    Επάγγελμα παλιό, ιδιαίτερα σκληρό και επικίνδυνο· το δούλεψε με αφοσίωση για περισσότερα από τριάντα χρόνια, δηλαδή και πέρα από τα νιάτα του.
    Το τσίρκο όπου εργάστηκε ο κυρ Δαμάσκος, ξεκίνησε από την Ινδία στα χρόνια πριν το 1900· στην πορεία, αφού περιοδέψανε για καιρό πολύ σε τόπους που δεν τους βάζει ο νους, καταλήξανε στις χώρες γύρω από τη Μεσόγειο. Εκεί είχε καλό ψωμί, όπως χαρακτηριστικά του άρεσε να λέει. Και δεν θυμάται
    μόνο το καλό ψωμί. Θυμάται και το κάθε ένα ζώο που διαφέντεψε στη ζωή του.
    Δεν ήταν δα και πολλά· δυό τίγρεις, της Βεγγάλης παρακαλώ, και δυό ελέφαντες κι αυτοί από την Ινδία. Κι έτσι ο Δαμάσκος έμαθε τη γλώσσα τους για να μπορεί να τα καθοδηγεί και να τα διατάσσει, αλλά προπάντων για να μπορεί να τα κανακεύει.
    Ταγαπούσε τα θηρία του ο Δαμάσκος. Τα προστάτεψε από μικρά όταν του τα φέρανε και κείνα του ανταποδώσανε τη χάρη με αφοσίωση και υπακοή. Ως το τέλος της ζωής τους. Γιατί, ναι, ο κυρ Δαμάσκος τα φρόντισε και όταν αυτά εγέρασαν και δεν μπορούσαν να κερδίζουν με τον κόπο τους το καλό ψωμί. Όμως ο παππούλης είχε γίνει πια αφεντικό.
    Αυτός και τάλλα «παιδιά» του τσίρκου –μωσαϊκό ανθρώπων της Ανατολής– είχαν αναλάβει τη δουλειά.
    Ήταν συνέταιροι όλοι μαζί· ακροβάτες, ταχυδακτυλουργοί, παλιάτσοι και ο θηριοδαμαστής.
    Μαζί κι ο μάγειρας με τον παραγιό του. Με μεγάλη περηφάνια θυμάται τη στιγμή που το παλιό αφεντικό πρότεινε να τους παραδώσει το τσίρκο. Αυτό που από πάντα εκείνοι το νοιώθανε ολόδικό τους.
    Εξ άλλου αυτοί ήταν η ψυχή του. Χωρίς αυτούς που παραδίνανε την τέχνη από γονιό σε παιδί, τσίρκο δεν μπορούσε να υπάρξει. Και χαμογελάει ο κυρ Δαμάσκος σα σκέφτεται τη στιγμή που του ζητήσανε να υπογράψει ολόγραφα τόνομά του. Εκόμπιασε για μια στιγμή. Χρόνια πάμπολλα είχε νακούσει, πόσο μάλλον να γράψει, το αραβικό του όνομα. Όλοι τον ξέρανε Δαμάσκο. Έτσι τον αναφέρανε και στο πρόγραμμα και στα χαρτιά του τσίρκου. Ήταν ο θηριοδαμαστής, γιος του πατέρα του από τη Δαμασκό της Συρίας. Είχε παππού Έλληνα από την Καππαδοκία και γιαγιά μέσα από τη Δαμασκό. Τη δικιά του μάνα δεν πρόλαβε να τη γνωρίσει. Την έχασε λίγο μετά τη γέννα από ελονοσία.
    Γεννήθηκε στο τσίρκο κι όταν πέθανε ο πατέρας του που ήταν παλιάτσος πρώτης τάξης, τραγικός κωμικός, κληρονόμησε και το παρατσούκλι μαζί με την αγάπη για το τσίρκο· αυτός, ο άνθρωπος από τη Δαμασκό.
    Κι έτσι αυτοβαφτίστηκε Δαμάσκος. Οικογένεια δική του δεν απέκτησε. Κοσμογυρισμένος κοσμοκαλόγερος παρέμεινε.
    Κουβάλαγε το βιός του όπου πήγαινε το τσίρκο· μαζί οι φίλοι του τα ζώα, μαζί και ταγαπημένα του βιβλία που τα έσερνε παντού και τα πρόσεχε σαν τα παιδιά του που δεν είχε. Ελληνικά βιβλία και αραβικά –γλώσσες που κυλάγανε μέσα στο αίμα του– αλλά και γαλλικά και πέρσικα φαρσί. Ο Δαμάσκος μίλαγε –χωρίς όμως να τη διαβάζει– και μιά ινδική διάλεκτο, αφού είχε ζήσει μεγάλα διαστήματα στην αχανή αυτή χώρα που ήταν η γενέτειρα των φίλων του.
    Εγώ είχα πρωτοειδεί τον θηριοδαμαστή επί το έργον, μικρό παιδί, θεατής στο τσίρκο.
    Με είχε πάει εκεί ο πατέρας μου, όταν μας επισκέφθηκε στην Αλεξάνδρεια το περίφημο τσίρκο από την Ινδία.
    Χρόνια πολλά μετά εκατάλαβα πόσο αγάπαγε το θέαμα αυτό ο πατέρας μου. Και έτσι γνωρίσαμε τον Δαμάσκο που για μας ήταν ο Έλληνας θηριοδαμαστής που ήθελε ο κάθε περίεργος συμπατριώτης της παροικίας να γνωρίσει – σπουδαίο, σπάνιο και θαυμαστό επάγγελμα.

    Πολλές φορές τον συναντήσαμε μετά ξανά, αφού το τσίρκο για πέντε χρόνια ανελλιπώς μας
    επισκεπτόταν για ένα δυό μήνες τον χρόνο, μιας κι εύρισκε το καλό ψωμί σαυτό το λιμάνι, που είχε την αρχαία αίγλη και τον αέρα του μεγάλου κόσμου· ώσπου κάποια στιγμή χαθήκαμε σαν πήραμε και μεις άλλους δρόμους.
    Οι άλλοι δρόμοι μας οδήγησαν σαυτή τη στάση που είμαι τώρα· τη μητρόπολη Αθήνα.
    Έτσι την ονόμαζε την πόλη αυτή ο δάσκαλός μου στην πέμπτη και έκτη τάξη του Δημοτικού. Νομίζω πως καθόλου δεν καταλαβαίναμε τότε τι σημαίνει μητρόπολη· απλώς για μας ήταν ένας επιθετικός προσδιορισμός, ένα άλλο όνομα ή ίσως το δεύτερο συνθετικό της Αθήνας. Εμένα, η περιγραφική αυτή ονομασία μεντυπωσίασε και την υιοθέτησα πολλές φορές από τότε.
    Και επειδή οι ρίζες ποτέ δεν ξεχνιούνται, εμείς οι Αιγυπτιώτες Έλληνες της Αθήνας συχνάζαμε
    παλιότερα σε δικό μας στέκι· εκεί συναντούσαμε γνωστούς από τα παιδικά μας και μαθαίναμε τα νέα των παρόντων και των απόντων.
    Δεν αναπολούσαμε κάποια χαμένη πατρίδα· όχι! Ήταν μόνο μια αναψηλάφηση του παρελθόντος Χρόνου, αυτού που αφού μας διαμόρφωσε, έγινε παρελθόν – μας ξέχασε και δεν μας ενόχλησε ποτέ ξανά. Εξ άλλου ο καθένας από μας καλλιεργούσε στο μυαλό του την ιδιαίτερη δικιά του πατρίδα. Όπως κι εγώ.
    Σε μια τέτοια συνεστίαση, ξαναείδα μετά από δεκάδες χρόνια τον κυρ Δαμάσκο.
    Τον είδα, ευθυτενή ψηλόκορμο γέροντα με κοντή λευκή γενειάδα και έντονα ρυτιδιασμένο πρόσωπο· μαζί και πλούσια για την ηλικία του ολόλευκα μακρυά μαλλιά.
    Βρισκόταν ανάμεσα σε αλεξανδρινή παρέα συνομιλήκων του περίπου. Αυτός δεν είχε βέβαια την καταγωγή των άλλων, θα είχε όμως σίγουρα πλούσιες τις αναμνήσεις εκείνων των καιρών και των φίλων· και οι φίλοι σήμερα –που πιό πολύ «γνωστοί» λογίζονται παρά «φίλοι»– δύσκολα θαφήνανε τον Δαμάσκο να ξεγλυστρίσει μέσα από τα χέρια τους. Είχαν τόσο θαυμασμό να του δείξουν και τόση ανυπομονησία να μάθουν από αυτόν, τον βετεράνο ενός μισοξεχασμένου κόσμου.
    Ήσαν όλοι μεγαλύτεροί μου. Πλησίασα, αλλά αμέσως αντιλήφθηκα ότι δεν μπορούσα να χωθώ στην παρέα ετούτη. Αυτοί μιλούσανε –και τα ζούσανε ταυτόχρονα– για «πράματα και θάματα» μιας άλλης εποχής, όταν εγώ δεν είχα ακόμα γεννηθεί. Πολλά τα είχα ακούσει από άλλους· όμως σαυτήν την περίπτωση με κυρίευσε ένα αίσθημα ικανοποίησης επειδή λογαριαζόμουν τώρα για μικρός· αχ! Αυτή η ηλικία, ο γέρο-Χρόνος που περνά...
    Πήρα λοιπόν μιά θέση, σαν απλός παρατηρητής, εκεί κοντά τους, ανάμεσα σε γνωστούς και άλλους που δεν εγνώριζα.
    Εγώ είχα όλη μου την προσοχή στραμμένη πάνω του. Ίσως εκείνος να με πρόσεξε. Σαν έναν άγνωστο βέβαια αφού δεν θα ήμουν γιαυτόν παρά το μικρό παιδί ενός ενθουσιώδη Ελληνα εμπόρου της Αλεξάνδρειας που είχε γνωρίσει παλιά αλλά τώρα δε θα μπορούσε πιθανόν να θυμηθεί.
    Σε άλλη στιγμή ίσως, από περιέργεια, να μου μίλαγε. Ο Δαμάσκος όμως ήταν, τώρα, αλλοιώς.
    Ήταν αυτός το αγρίμι μέσα στο κλουβί· και τα βλέμματα όλων στραμμένα πάνω του.
    Όπως μου φάνηκε για μια στιγμή, η ματιά του φανέρωνε αγωνία. Την αγωνία και την προσήλωση που πάντα θα είχε ο δαμαστής απέναντι στο θηρίο· και επειδή η φαντασία μου πολλές φορές καλπάζει, υπέθεσα ότι ο Δαμάσκος ίσως και να νόμιζε ότι βρισκόταν ανάμεσα σε τίγρεις και όφειλε να έχει τις αισθήσεις του σε επιφυλακή. Σκηνή που έρχεται μπροστά μου τώρα δα, ξανά:
    Το στόμα του μισάνοιχτο, ακόμα και όταν μόνο άκουγε. Το κάτω του σαγόνι σα να κινείται ελαφρά και τα ρουθούνια του να τρέμουν, να διαστέλλονται και αμέσως ξανά να συστέλλονται. Μα αυτή του η εμφάνιση μου μοιάζει προσομοίωση εικόνας σαρκοβόρου ζώου που παρατηρεί με μισάνοιχτο και ασθμαίνον και δονούμενο στόμα.
    Και ξάφνου κάποιος από την παρέα ακούγεται να ξεχωρίζει από τους άλλους, να γελά και να
    απευθύνεται στον Δαμάσκο σχολιάζοντας πιο δυνατά. Μου φάνηκε πως είδα τον γέρο να παίρνει ακούσια στάση άμυνας αρχικά και ύστερα, σα να θέλησε –για μιά στιγμή μονάχα, ανεπαίσθητη κίνηση– να ορμήσει προς τα εμπρός με το πρόσωπο οργισμένο και τα δόντια να τρίζουν. Δευτερόλεπτα κράτησε αυτή μου η εντύπωση. Το σώμα του μαζεύτηκε γρήγορα ξανά σε μιά πιό αμυντική αλλά με εγρήγορση στάση.
    Ακριβώς αυτό δεν το γνωρίζω, αλλά φαντάστηκα πως έτσι θα έκανε η τίγρις στο άκουσμα αιφνίδιου κρότου.

    Η φωνή του μεντυπωσίασε όταν τον άκουσα κάποια στιγμή που απευθυνόταν στον βέρο Αιγύπτιο μάγειρο που είχαμε στον σύλλογο. Μισά αραβικά, μισά ελληνικά ήταν η κουβέντα τους για το φαγητό που θα μπορούσε να παραγγείλει όποιος επισκεπτόταν το μέρος αυτό. Τον ρώταγε αν εύρισκε εύκολα στην Αθήνα τα υλικά που χρειάζονταν για τις ιδιαίτερες αραβικές συνταγές. Τα λόγια του τα πρόφερε κοφτά γρήγορα με βαθειά, μπάσα και βραχνή αλλά στεντόρεια φωνή. Αυτή η χροιά της φωνής του σε ψηλή ένταση θα είχε τη δύναμη να υπαγορεύει τη θέλησή της στους άλλους και, βέβαια, θα ήταν εργαλείο τον καιρό που έπρεπε να επιβάλλει το κύρος του στα θηρία που είχε στη δούλεψή του.

    Η ώρα, καθώς τόσο γοργά εκύλησε, μου μήνυσε ότι δεν ήμουν μόνος εκεί· είχα παρέα μαζί μου και θα ήταν αγένειά μου ακόμα μεγαλύτερη αν λογάριαζα τον Δαμάσκο πιότερο απαυτούς.
    Διακριτικά λοιπόν αποσύρθηκα από την ομήγυρη των αναμνήσεων, όπως ακριβώς διακριτικά είχα μπει ανάμεσά τους.

    Τις λεπτομέρειες της συνάντησης αυτής τις έμαθα ένα μήνα μετά, όταν ξαναπήγα στον σύλλογο.
    Ο θηριοδαμαστής μας ζούσε πλέον στην Αθήνα. Ήρθε στο κλεινόν αυτό άστυ με τη βοήθεια φίλων, έγκαιρα εγκαταλείποντας ένα σπίτι του στη Δαμασκό, όπου είχε αποσυρθεί για τα γεράματά του.
    Ήταν αρκετά προνοητικός και έξυπνος· και εγνώριζε πολύ καλά τις προδιαγραφές των χωρών αυτών που τις είχε γυρίσει σπιθαμή προς σπιθαμή. Ο Δαμάσκος προσκύναγε την πίστη του παππού του και γρήγορα κατανόησε ότι, αν παρέτεινε την παραμονή του στη Δαμασκό, το βέβαιο είναι ότι θα διακινδύνευε την καλή του τύχη, αυτήν που και τον φύλαξε από τα θηρία και κράση γερή του χάρισε ώστε να επιβιώσει από τις τόσες κακουχίες που γνώρισε στη ζήση του.
    Ετσι άλλαξε τόπο έγκαιρα και αγόγγυστα, όχι σαν πρόσφυγας, αλλά σα σωστός κοσμοκαλόγερος – κι ας είχε καλά πατήσει τα ογδόντα, ο Δαμάσκος.
Open all Close all



  • Stacks Image 110
  • Stacks Image 111
  • Stacks Image 112
  • Stacks Image 116
  • Stacks Image 118
  • Stacks Image 120
  • Stacks Image 122
  • Stacks Image 124
  • Αρώματα
    από μιά επίσκεψη
    (Αυτή στο σπίτι του Δαμάσκου).

    Θέλω κι' εγώ ένα κλ][κ!…

    Η δεύτερη συνάντηση και η γνωριμία με τον Δαμάσκο φαίνεται πως μόνο τυχαία δεν ήταν.
    Τα είχε κανονίσει όλα ο φίλος ο Γκαμάλ, ο μάγειρας του συλλόγου.
    Αυτός με γνώριζε καλά, όσο καλά μπορεί να γνωρίζει ο ταβερνιάρηςέναν καλό πελάτη. Έτσι, όταν ο Δαμάσκος τον ερώτησε για τον συμπαθητικό νέο κύριο με γυαλιά που, καθήμενος παράμερα, τον παρατηρούσε επίμονα λες και ήθελε κάτι να του πει χωρίς όμως να το τολμά, ο Γκαμάλ αμέσως προσφέρθηκε να προκαλέσει τη συνάντηση την επόμενη φορά που θα του τηλεφωνούσα για να κλείσω τραπέζι.
    Τον πρόσεξα την ώρα που συζητούσα με τον σερβιτόρο για το μενού της μέρας εκείνης.
    Ο Δαμάσκος καθόταν –μόνος αυτή τη φορά– σε ένα τραπέζι στο βάθος της αίθουσας, κοντά στην πόρτα της κουζίνας.
    Όταν διασταυρώθηκε η ματιά μας, εκείνος αμέσως εκούνησε το κεφάλι σε ένα νεύμα κατάφασης που το συνόδευε ένα απροσδιόριστο χαμόγελο, καθώς σαν τέτοιο μου φάνηκε από μακρυά. Κατάλαβα πως έπρεπε να τον πλησιάσω.
    – Κόπιασε στην παρέα μου Αλέξανδρε
    – Νικόλας είναι τόνομάμου κύριε Δαμάσκο και χαίρομαι πολύ που σας γνωρίζω.

    – Αλέξανδρος, όμως, δεν ήταν ο πατέρας σου; Κυνηγός και τακτικός θαμώνας στο σκοπευτήριο στη Σελσίλα στην Αλεξάνδρεια.
    – Εκπλήσσομαι και χαίρομαι πολύ που θυμάστε τον Αλέξανδρο κύριε...
    – Όχι κύριε! Δαμάσκος χωρίς το κύριε. Αυτό είναι τόνομάμου και είναι σκέτο.
    Και συ, άνκαι είσαι φτυστός εκείνος... εντάξει! θα σε πω Νικόλα.


    Η σιγουριά και θέρμη της εκφοράς του λόγου του μαζί και η διαπεραστική ματιά που τη συνόδεψε, ήταν υπεραρκετά για να διαλύσουν όποιο πρόσκαιρο στιγμιαίο δισταγμό μου. Άλλωστε ήξερα με ποιόν έχω να κάνω: με τον άνθρωπο που εξημερώνει τα θεριά.
    Η καινούργια γνωριμία μας έτσι ξεκίνησε. Και η κουβέντα προχώρησε σα να γνωριζόμαστε μισόν αιώνα. Εκείνος, ήξερε για μένα από τα μικράτα μου: πράγματα που μόνο ένας περήφανος για το πρώτο του παιδί πατέρας, δηλαδή ο δικός μου, θα εκθείαζε σε αυτόν που θεωρούσε φίλο· κιεγώ για κείνον, όσα είχα μάθει από πατέρα κιαπό θείους.
    Εγώ είχα την περιέργεια και μιά ιδιότυπη νοσταλγία παλαιότερων χρόνων που την αποκτά κανείς διαβάζοντας ή βλέποντας μιά ταινία εποχής. Εκείνος πάλι μου έδωσε την εντύπωση ότι έψαχνε αδελφές ψυχές χωρίς να λογαριάζει τη διαφορά ηλικίας –ένοιωθε νέος και αυτό ήθελε να το κάνει φανερό.
    Ο Δαμάσκος έμενε στο Φάληρο. Ένας Αιγυπτιώτης γνωστός τού είχε προσφέρει για ένα συμβολικό ενοίκιο μιά παλιά μικρή ισόγεια κεραμόσκεπη πέτρινη μονοκατοικία· καλοδιατηρημένο, σχεδόν εκατό χρόνων σπίτι που θα μπορούσε να τόχε κτίσει ο πατέρας του. Στα δάχτυλα των χεριών μετριώνται αυτά τα λίγα κτίρια του μεσοπολέμου που ακόμα ρουφάνε τη ζωή, στριμωγμένα ανάμεσα στα απρόσωπα από τσιμέντο μεγαθήρια του σήμερα. Τότε λογίζονταν εξοχικές επαύλεις σε παραθαλάσσιο προάστιο της Αθήνας· άλλες μικρές, άλλες πιό μεγάλες, πάντα με γούστο φτιαγμένες.
    Χρειάστηκε η ματιά μου χρόνο ώσπου να εντοπίσει την είσοδο. Μου φάνηκε περίεργο, αλλά η πρόσοψη της κατοικίας κείτονταν στην πλαϊνή τυφλή πλευρά του οικοπέδου. Ακριβώς απέναντί της και αφήνοντας στενό προαύλιο χώρο, υψώνεται, στα είκοσι μέτρα ύψος και ακυρώνοντας μια υπέροχη θέα προς τον Φαληρικό όρμο, η λευκή, χωρίς παράθυρα, πλευρά τής πολυκατοικίας που χτίστηκε στον πάλαι ποτέ κήπο τού σπιτιού αυτού που στα νιάτα του αγνάντευε τη θάλασσα.
    Κουδούνι δεν είχε η είσοδος για να δώσω το σήμα της παρουσίας μου. Μια μπρούντζινη, βαμμένη με πράσινη μπογιά παλάμη με τέσσερα δάχτυλα, κρέμονταν στην εξώθυρα και μαυτήν εχτύπησα το στιβαρό ξύλο της πόρτας.
    Σε σχεδόν μηδενικό χρόνο μία σε όλα της στρογγυλή κατάμαυρη φατσούλα προβάλλει με θόρυβο, έχοντας ζωγραφισμένο ολόλευκο χαμόγελο στο πρόσωπό της.
    Ο Νικόλας! αναφωνεί, πιό πολύ σα να ξαφνιάζεται παρά σα να ρωτάει.
    – Ναι! της απαντώ και πριν προλάβω να συνεχίσω απλώνει το χέρι της στο δικό μου και με μιά θερμή χειραψία με οδηγεί, σχεδόν τραβώντας με, μέσα σε ζεστό δωμάτιο, σε μια ευχάριστη μετάβαση από το χειμωνιάτικο κρύο που επικρατούσε έξω.
    Μυρωδιές μπαχαρικών, μικρά με έντονα χρώματα χαλιά και δυό χαμηλά ντιβάνια φορτωμένα
    πολύχρωμα μαξιλάρια μικρά και μεγαλύτερα ήταν η πρώτη μου εντύπωση μιάς ατμόσφαιρας φτιαγμένης να διεγείρει τις αισθήσεις. Ένα μικρό μαντεμένιο κλειστό τζάκι ήταν αγκιστρωμένο, όπως μου φάνηκε, σε μιά γωνιά με το σωλήνα του καπνού να χάνεται μέσα στον τοίχο. Ήταν αναμμένο και η φλόγα του φαινόταν από ένα μικρό φεγγίτη στην πρόσοψή του· πυρωμένη γλώσσα να λικνίζεται σα πονηρό θηλυκό.
    Καλώς τόν φίλο μας! η κοφτή φωνή του Δαμάσκου διακόπτει την επεξεργασία των εικόνων που εκτελούσε εκείνη τη στιγμή ο εγκέφαλός μου. Η ψιλόλιγνη φιγούρα του, ΔονΚιχώτης του Νταλί, ξεπρόβαλε από τον διάδρομο που οδηγεί στα εσώτερα του σπιτιού.
    Πέρασε μέσα, στο παλατάκι μας...
    Χαίρομαι Δαμάσκο που σε βλέπω εδώ σένα τόσο όμορφο σπίτι τού παλιού καιρού· λες και σε περίμενε εσένα να το κατοικήσεις.
    Ναι, ναι... έλα.. από εδώ... Καθώς εμείς θα τα λέμε στη βιβλιοθήκη, η Ζήνα θα μας ετοιμάσει την κουζίνα. Και η κουζίνα της θα δεις, θα σαρέσει πολύ, λίγο από Ισκανταρέγεια και λίγο από μαγειρική τσίρκου... ολοκλήρωσε γελώντας.
    Τώρα εγώ πρέπει να ανησυχώ ή να ανυπομονώ να μπω στην κουζίνα σου Ζήνα, απαντώ απευθυνόμενος στη Ζήνα αλλά κοιτώντας κατάματα τον οικοδεσπότη μου, τη στιγμή που εκείνη, έχοντας συναίσθηση της ευθύνης της προς την κουζίνα, μάς εγκατέλειπε γελώντας και αυτή.
    Χαίρομαι που γνωρίζω τη νοικοκυρά! Συμπληρώνω βλέποντας την κοπέλα να αποσύρεται.

    Η βιβλιοθήκη του Δαμάσκου είναι ακριβώς αυτό που περιγράφει η λέξη.
    Ένα δωμάτιο που χωρίζεται από το καθιστικό που είδα μπαίνοντας στο σπίτι, με ένα άνοιγμα ενάμισυ μέτρο περίπου, χωρίς κάποια πόρτα. Οι τρεις τοίχοι είναι επενδυμένοι με ωραίο σκουρόχρωμο ξύλο και είναι γεμάτοι ράφια που φτάνουν ως την οροφή του δωματίου. Ενα παλιό εγγλέζικο γραφείο βρίσκεται στο κέντρο κοιτάζοντας προς το καθιστικό. Έχει την πολυθρόνα του και μία ακόμη πιο απλή που μάλλον προορίζεται για τον επισκέπτη. Όμως τα βιβλία... ιδού! Το περιεχόμενο της βιβλιοθήκης βρίσκεται σε στοίβες στο πάτωμα, ενώ τα ράφια ολόγυρα χάσκουν αδειανά τα περισσότερα, δίνοντας την εντύπωση ηλιθίου που παρατηρεί και έχοντας ανοιχτό το στόμα να αδυνατεί να εξηγήσει πώς τόσα βιβλία προτιμούν το πάτωμα από την αγκαλιά του ξύλου
    – Ωω πόσο όμορφα είναι εδώ, Δαμάσκο! Και πόσο προωθημένη αντίληψη περί βιβλιοθήκης είναι αυτό που βλέπω τώρα δα... του λέω.. και ταυτόχρονα πείθω τον εαυτό μου ότι το εννοώ
    αυτό που μόλις είπα.
    – Ακριβώς, Νικόλα. Μη έχοντας σκοπό να εκτεθώ σε ... προωθημένο κίνδυνο
    πτώσης προσπαθώντας να κατεβάζω βιβλία από ψηλά, αποφάσισα πως αυτός
    είναι ο καλλίτερος τρόπος. Εξ´άλλου έτσι μπορεί και η Ζήνα να με βοηθά κάθε
    φορά που της ζητώ να μου βρει ένα βιβλίο... Αα δεν σου είπα γιαυτήν. Είναι
    δική μας από την Αιθιοπία.
    Ο πατέρας της Αιθίοπας, Κόπτης Χριστιανός παπάς σε σανατόριο και η μάνα
    της Ελληνίδα νοσοκόμα στο ίδιο σανατόριο στα βουνά του Λιβάνου. Εκεί
    συναντήθηκαν. Ζήσανε δε ζήσανε επτά χρόνια μαζί. Και σαν εκείνος αρρώστησε
    και πέθανε, εκείνη πήρε το κοριτσάκι της και ήρθε στο τσίρκο.
    Εγινε η μάνα η γιατρός μας και η κόρη η μασκωτίτσα μας.
    Τη Ζηνοβία τη μεγαλώσαμε όλοι μαζί στο τσίρκο. Την αγαπήσαμε σα παιδί
    μας αλλά το κακό είναι ότι μας αγάπησε κιαυτή και νάτην τώρα εδώ και δε
    θέλει να δει τη ζωή της αλλοιώς.
    Και τί να της προτείνω διαφορετικό, τώρα, με τον πόλεμο και τη δυστυχία που υπάρχει εκεί πέρα.
    Θέλησε νακολουθήσει εμένα όταν έχασε και τη μάνα. Κιεγώ μη μπορώντας να τη στείλω πίσω στην κόλαση τη δέχθηκα σα ψυχοκόρη. Τώρα εδώ είναι το σπίτι της. Και με έχει σαν τον γέρο πατέρα της.

    Λέγοντας αυτά, ο Δαμάσκος επήρε τη θέση του στο γραφείο δείχνοντάς μου την απέναντι πολυθρόνα.
    Ταυτόχρονα ανοίγει ένα ντουλαπάκι στο πλάϊ του επίπλου και βγάζει δύο χαμηλά, κεραμικά σε βαθύ μπλε χρώμα, ποτήρια. Ένα Μεταξά Olympian Reserve που ήταν σε ράφι πίσω του, πήρε κιαυτό θέση πάνω στο γραφείο.
    – Αυτό είναι το σπίτι μου τώρα Νικόλα, το τελευταίο μου, θαρρώ, και το αγαπώ και θα το απολαύσω όσο έχω ακόμα Ζωή.
    Αλήθεια δε φαντάζεσαι πόσα σπίτια, πέρα από το μεγάλο τσίρκο, έχω ζήσει στα ογδόντα πέντε μου χρόνια.
    Πάντοτε είναι εμπειρία το να αλλάζεις σπίτι.
    Στο τέλος όμως κατάλαβα πως το αληθινό μας λιμάνι είναι εδώ μέσα, σαυτό το κεφάλι που το κουβαλάμε παντού και τα χωράει όλα: είτε σπίτι ή και πατρίδα το πεις, είναι εδώ μέσα όπου κατοικεί ο νους μας. Κιόσα μας γράφει η Ζωή τα κάνουμε βιβλία. Άλλα τα βάζουμε στα ψηλά τα ράφια του μυαλού απόμακρα να τα ξεχνάμε, κιάλλα τάχουμε πιό χαμηλά σε πρώτη ζήτηση. Νά! όπως συμβαίνει σαυτό το δωμάτιο εδώ με τα χαρτιά μου –χαρτί! δεν είναι το κάθε βιβλίο; και τα αυξάνω όπου πάω και τα σέρνω μαζίμου, παρέα, σε όλα τα λιμάνια που με φιλοξενούν.
    Συγχώρεσέ με Νικολάκη που τάπα έτσι μονόκορδα· νά! Και ακόμα δεν έχουμε καν εντρυφήσει στο πρώτο ποτηράκι...
    Άντε στην υγειάμας!...
    – Στην υγειάμας και στη νέα σου ζωή. Και ναι! Συμφωνώ μαζί σου μα σα να τα βλέπω και κάπως αλλοιώς, Δαμάσκο. Εσύ τόχεις φιλοσοφήσει καλά το θέμα σπίτι. Σε βόηθησε κιό τρόπος της ζωής στο τσίρκο και κατάφερες να απελευθερώσεις το πνεύμα απ´τά δεσμά του τόπου και του χρόνου. Πώς το βλέπεις από αυτή την άποψη...
    – Δε λέω, Νικόλα, στέκει αυτό που είπες όσον αφορά εμένα. Εξ´άλλου αν είναι να εμβαθύνουμε και να επεκταθούμε ταυτόχρονα, μου φαίνεται θα πρέπει να ερμηνεύσουμε και τη λέξη πατρίδα σε σχέση με το σπίτι.
    Και ακόμα το ρόλο της οικογένειας και των φίλων γιατί όχι και των γειτόνων.
    – Ακριβώς έτσι. Και τώρα που το συζητάμε αναλογίζομαι όλες αυτές τις αμέτρητες ορδές προσφύγων που φεύγουνε άθελα διωγμένοι από τη γήτους. Γιαυτούς το σπίτι θάγινε στάσιμος, παγωμένος χρόνος. Αυτά που αφήσανε: τα δωμάτια που φτιάξανε κατά πώς τους άρεσε να τα ζούνε, τα πράγματα που είχανε, γονιούς - αδέλφια - φίλους που
    σκορπίσανε. Όλα αυτά φαντάζομαι πως θάναι το σπίτι που είχανε και χάσανε. Θα πρέπει να βρουν τη δύναμη να απελευθερώσουν το νου από αυτό το δέσιμο. Και ξέρεις, έχω την εντύπωση ότι ειδικά στους πρόσφυγες, η ανάγκη της επιβίωσης και το νέο της ηλικίας τών πιό πολλών που παίρνουν το δρόμο για μακρυά, βοηθάει σαυτό, άνκαι όχι πάντα προς το καλό. Ενώ, αν είσαι μετανάστης και ηθελημένα ξενιτεύεσαι, νομίζω πως σου χαρίζεται πιό εύκολα η δύναμη να διαχειριστείς τη μνήμη του σπιτιού ή της πατρίδας –όπως θέλεις πέστο– που αφήνεις πίσω σου.
    Πάντως Δαμάσκο, έχω και την προσωπική μου περίπτωση να σου εκμυστηρευθώ.
    Όπως ξεύρεις, από την Αλεξάνδρεια έφυγα στα έντεκάμου. Αφησα ένα σπίτι και πήρα
    αναμνήσεις. Εκεί που πήγα, πήγα για πρώτη μου φορά και ήμουν μαζί με γονείς κι
    αδέλφια σα μετανάστης. Και έζησα εκεί μοναχά επτά χρόνια, πολύ λιγότερα απ´όσα
    είχα ζήσει στην Αλεξάνδρεια που γέννησε εμένα και τους γονείς μου και ακόμα
    πολλαπλάσια λιγότερα από όσα έζησα και ζω ακόμα εδώ. Βέβαια, η Κύπρος αυτή των
    επτά χρόνων διαμονής, είχε υπάρξει η μακρυνή πατρίδα τεσσάρων παππούδων μου.
    Και παρ´ότι ήταν μόνο επτά τα χρόνια αυτά, έγινε ο δικός μου στάσιμος χρόνος, μιά
    μνήμη που κουβαλάω κι αναπολώ... που έχει ανεξίτηλα γραφτεί παραμερίζοντας κάθε
    προηγούμενη.

    Η κουβέντα αυτή δεν μπορεί να έχει ένα προφανές τέλος.
    Και το πρώτο ποτηράκι έφερε το δεύτερο και το ποτό δεν ήτανε απλό κρασί.
    Όταν τον πρωτόειδα στον σύλλογο, ο Δαμάσκος μού έδωσε την εντύπωση λιγομίλητου ανθρώπου, ίσως όμως η συμπεριφορά του να οφειλόταν στο πλήθος που τον είχε περιβάλει και την επιθυμία τους να του μιλήσουν, να τον ακούσουν, να εκμαιεύσουν από αυτόν και να θυμηθούν.

    Κι εκεί που συζητούσαμε για χαμένα σπίτια, νάσου η πεζή πραγματικότητα να φέρνει μπροστά μας και μιά ακόμα σημαντική πτυχή του σπιτιού που μένει πίσω. Μιά θεϊκή μυρωδιά που από ώρα πολλή μάς γυρωφέρνει, αλλά που τώρα στο διάλειμμα της σκέψης έρχεται στο προσκήνιο.
    Ο Δαμάσκος σα μικρό παιδί αναφωνεί.
    – Ααα! τί ευωδιές είν´αυτές Ζηνοβία! Νικόλα, θάχεις διπλή μερίδα να πάρεις μαζί σου σα θα φεύγεις, αν βρεις από τη μυρωδιά μια ιδέα του τί μας ετοιμάζει η Ζήνα τώρα δα.
    – Μμμ... δε θα προσπαθήσω πολύ Δαμάσκο. Δε θα χρειαστεί. Αυτά είναι μπερδεμένα αρώματα πατρίδων.
    Η γιαγιά μου συνήθιζε να παντρεύει το ρύζι με φιδέ και κουκουνάρια, μισοσπασμένα αμύγδαλα, σταφίδες, κρεμμύδια και κολοκύθι λεπτά κομμένο, που αφού τα ξάνθενε με τη σειρά που έπρεπε σε βούτυρο φρέσκο και αμαρτωλό, ώω κιέσπαγε μέσα μπόλικο σκόρδο, πιπέρι και κουσμπάρα –ξέρεις, στην Κύπρο την κουσμπάρα τη λέμε κόλιαντρο– έρριχνε μετά το ζωμό που τις πιο πολλές φορές ήταν περιστεράκια. Θυμούμαι πως τα περιστέρια τα τιμούσαμε πολύ στα αλεξανδρινά μου χρόνια. Σα να μου μυρίζει όμως τώρα κοτόπουλο, αντί για περιστέρι...
    – Ζηνοβία! Ετοίμασε σε παρακαλώ το φαγητό σε πακέτο. Ο Νικόλας έχει μύτη με θυμητικό!
    Κέρδισε και θα μας το πάρει όλο!

    Βέβαια, δεν έγινε ακριβώς έτσι.
    Το φαγητό το απολαύσαμε μαζί με τη μαγείρισσα σε καλή παρέα.
    Όσο για την περισπούδαστη κουβέντα μας, αυτή έκανε πίσω μπροστά στην απόλαυση αυτή.
    Την βλέπω να συνεχίζεται σε καταλληλότερο χρόνο
    Φεύγοντας, εσκέφθηκα ότι τα σύνορα του ωφέλιμου και του τερπνού κάποιες φορές συμβαίνει να συγχέονται.

    N.

Open all Close all